Το Ιράν υπέβαλε νέα πρόταση στις Ηνωμένες Πολιτείες, διαχωρίζοντας την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και τον τερματισμό του πολέμου από το πυρηνικό ζήτημα.
Η Τεχεράνη προτείνει να προηγηθεί η άρση του αμερικανικού αποκλεισμού και η αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας, πριν ξεκινήσουν οι συνομιλίες για τον εμπλουτισμό ουρανίου.
Η πρόταση αυτή θέτει τον πρόεδρο Τραμπ μπροστά στο δίλημμα να δεχθεί άμεση αποκλιμάκωση ή να επιμείνει στον αποκλεισμό για πυρηνικές παραχωρήσεις.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η ιρανική ηγεσία δεν παρουσιάζει ενιαία γραμμή, με κύκλους να επιθυμούν λύση στον αποκλεισμό χωρίς άμεση πυρηνική υποχώρηση.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει πυρηνικές παραχωρήσεις πριν από την άρση του αποκλεισμού, ενώ η Τεχεράνη θέλει να διαχωρίσει την άμεση κρίση από το στρατηγικό πυρηνικό πρόβλημα.
Η Τεχεράνη επιχειρεί να αλλάξει το κέντρο βάρους της διαπραγμάτευσης με την Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με όσα μεταφέρονται από αμερικανικές και περιφερειακές πηγές, το Ιράν έδωσε στις Ηνωμένες Πολιτείες νέα πρόταση για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και τον τερματισμό του πολέμου, αφήνοντας το πυρηνικό ζήτημα για μεταγενέστερο στάδιο.
Με άλλα λόγια, η ιρανική πλευρά προτείνει ένα διαζύγιο ανάμεσα στην άμεση κρίση και στο βαθύτερο στρατηγικό πρόβλημα. Πρώτα να ανοίξει ξανά η θαλάσσια αρτηρία του Περσικού Κόλπου. Πρώτα να αρθεί ο αμερικανικός αποκλεισμός που στραγγαλίζει τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου. Πρώτα να παραταθεί η εκεχειρία ή να συμφωνηθεί ένα μονιμότερο τέλος των εχθροπραξιών. Και μόνο αργότερα να ξεκινήσει η ουσιαστική συζήτηση για τον εμπλουτισμό ουρανίου, τα αποθέματα εμπλουτισμένου υλικού και τη μελλοντική μορφή του πυρηνικού προγράμματος.
Στην επιφάνεια, η πρόταση εμφανίζεται ως ρεαλιστική διέξοδος από ένα επικίνδυνο αδιέξοδο. Στην ουσία, όμως, θέτει τον Ντόναλντ Τραμπ μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: να δεχθεί ένα γρήγορο αποκλιμακωτικό πακέτο που θα ανοίξει τα Στενά και θα μειώσει τον κίνδυνο γενικευμένης ενεργειακής κρίσης ή να επιμείνει στον αποκλεισμό, κρατώντας τη βασική του πίεση πάνω στην Τεχεράνη μέχρι εκείνη να υποχωρήσει στο πυρηνικό μέτωπο.
Η πρόταση της Τεχεράνης
Το ιρανικό σχέδιο, όπως περιγράφεται από πρόσωπα με γνώση των επαφών, μεταφέρθηκε στην αμερικανική πλευρά μέσω Πακιστανών μεσολαβητών. Κεντρική του ιδέα είναι απλή: τα Στενά του Ορμούζ και ο ναυτικός αποκλεισμός να αντιμετωπιστούν ως ξεχωριστό ζήτημα από τις πυρηνικές απαιτήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Ουάσιγκτον ζητά από το Ιράν δύο δομικά πράγματα: αναστολή του εμπλουτισμού ουρανίου για τουλάχιστον μία δεκαετία και απομάκρυνση των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου από τη χώρα. Αυτοί ήταν από την αρχή δύο από τους κεντρικούς πολεμικούς στόχους του Τραμπ. Όχι απλώς να περιοριστεί προσωρινά η ιρανική δυνατότητα, αλλά να αφαιρεθεί από την Τεχεράνη το κρίσιμο υλικό και ο χρόνος που θα μπορούσαν να τη φέρουν ξανά κοντά στο πυρηνικό κατώφλι.
Η πρόταση του Ιράν δεν απαντά σε αυτά τα αιτήματα. Τα μεταθέτει. Προτείνει να προηγηθεί η άρση του αποκλεισμού και η αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας και να ακολουθήσουν, σε δεύτερη φάση, οι συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία του προβλήματος για την Ουάσιγκτον. Εάν ο Τραμπ άρει τον αποκλεισμό και δεχθεί τερματισμό του πολέμου πριν εξασφαλίσει πυρηνικές παραχωρήσεις, θα έχει αποσύρει από το τραπέζι το ισχυρότερο μέσο πίεσης που διαθέτει σήμερα. Η Τεχεράνη θα έχει κερδίσει χρόνο, θα έχει αποκαταστήσει μέρος της οικονομικής της ανάσας και θα μπορεί να μπει στις μελλοντικές συνομιλίες με πολύ μικρότερη πίεση.
Το δίλημμα του Λευκού Οίκου
Ο Τραμπ αναμένεται να εξετάσει το ιρανικό αδιέξοδο σε σύσκεψη στο Situation Room με την ομάδα εθνικής ασφαλείας και εξωτερικής πολιτικής. Το ερώτημα δεν είναι απλώς αν υπάρχει διαπραγμάτευση. Είναι τι είδους διαπραγμάτευση μπορεί να υπάρξει όταν οι δύο πλευρές δεν συμφωνούν ούτε για τη σειρά των θεμάτων.
Η αμερικανική λογική είναι ότι ο αποκλεισμός πρέπει να συνεχιστεί μέχρι η Τεχεράνη να λυγίσει στο πυρηνικό. Ο ίδιος ο Τραμπ έδειξε σε συνέντευξή του στο Fox News ότι θεωρεί τον αποκλεισμό εργαλείο χρονικής πίεσης. Περιέγραψε το ιρανικό πετρελαϊκό σύστημα ως έναν αγωγό που, εάν δεν μπορεί να διοχετεύσει το φορτίο του σε πλοία και δεξαμενές, κινδυνεύει να «σκάσει από μέσα». Η διατύπωση είναι χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο ο Τραμπ βλέπει την κρίση: όχι μόνο ως στρατιωτική ή διπλωματική σύγκρουση, αλλά ως μηχανισμό εξαναγκασμού μέσω της οικονομικής ασφυξίας.
Η Τεχεράνη, αντιθέτως, προσπαθεί να σπάσει ακριβώς αυτόν τον μηχανισμό. Θέλει να αφαιρέσει από την Ουάσιγκτον τη δυνατότητα να συνδέει το άνοιγμα των Στενών με τον πυρηνικό αφοπλισμό ή, έστω, με μία βαθιά πυρηνική υποχώρηση. Θέλει πρώτα να αποκαταστήσει την κυκλοφορία στο Ορμούζ και την οικονομική της αναπνοή. Μετά να συζητήσει τα υπόλοιπα.
Αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι μάχη για τη σειρά των παραχωρήσεων. Και στη διπλωματία, η σειρά συχνά έχει μεγαλύτερη σημασία από το ίδιο το περιεχόμενο.
Το αδιέξοδο μετά το Ισλαμαμπάντ
Η κρίση στις συνομιλίες βάθυνε μετά την επίσκεψη του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί στο Πακιστάν. Ο Λευκός Οίκος είχε αφήσει να εννοηθεί ότι οι απεσταλμένοι του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, θα συναντούσαν τον Αραγτσί στο Ισλαμαμπάντ. Όμως οι Ιρανοί δεν έδωσαν σαφή δέσμευση.
Ο Τραμπ τελικά ακύρωσε το ταξίδι των απεσταλμένων του. Το μήνυμα ήταν επίσης σαφές. Η Ουάσιγκτον δεν θα στείλει την ομάδα της σε μία μακρά πτήση για μία συνάντηση που δεν έχει εξασφαλισμένο αποτέλεσμα. Εάν οι Ιρανοί θέλουν να μιλήσουν, μπορούν να καλέσουν. Η αμερικανική πλευρά επιχειρεί έτσι να δείξει ότι δεν θα κυνηγήσει τη διαπραγμάτευση με κάθε κόστος.
Αυτό έχει σημασία και στο επίπεδο της εικόνας. Ο Τραμπ δεν θέλει να εμφανιστεί ως πρόεδρος που ζητά απεγνωσμένα έξοδο από τον πόλεμο. Θέλει να εμφανιστεί ως πρόεδρος που «κρατά τα χαρτιά». Αυτή είναι και η γραμμή που μετέφερε ο Λευκός Οίκος, τονίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα διαπραγματευθούν μέσω του Τύπου και ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα πρέπει να εξυπηρετεί πρώτα τον αμερικανικό λαό και να μην επιτρέπει ποτέ στο Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο.
Πίσω από αυτή τη φράση υπάρχει κάτι περισσότερο από επικοινωνιακή πειθαρχία. Υπάρχει ο φόβος ότι μία συμφωνία περιορισμένη στο Ορμούζ θα μπορούσε να παρουσιαστεί από την Τεχεράνη ως στρατηγική επιβίωση. Και από τους επικριτές του Τραμπ ως υποχώρηση πριν εκπληρωθούν οι βασικοί στόχοι του πολέμου.
Η εσωτερική ιρανική διαίρεση
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ιρανικής πρότασης δεν είναι μόνο ότι μεταθέτει το πυρηνικό ζήτημα. Είναι ότι, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ο Αραγτσί μετέφερε στους μεσολαβητές από το Πακιστάν, την Αίγυπτο, την Τουρκία και το Κατάρ πως δεν υπάρχει συναίνεση στο εσωτερικό της ιρανικής ηγεσίας για το τι ακριβώς μπορεί να προσφερθεί στην Ουάσιγκτον.
Αυτό δείχνει ότι η Τεχεράνη δεν διαπραγματεύεται από θέση ενιαίας γραμμής. Υπάρχουν προφανώς κύκλοι που αντιλαμβάνονται πως ο αποκλεισμός και ο πόλεμος έχουν κόστος που δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ αόριστον. Υπάρχουν όμως και κέντρα ισχύος που θεωρούν ότι οποιαδήποτε σοβαρή υποχώρηση στο πυρηνικό θα ήταν πολιτική ή στρατηγική ήττα.
Το Ιράν προσπαθεί επομένως να βρει μία ενδιάμεση λύση. Να δώσει κάτι που ενδιαφέρει άμεσα την παγκόσμια οικονομία - το άνοιγμα των Στενών - χωρίς να αγγίξει ακόμη το ζήτημα που στο εσωτερικό του καθεστώτος μπορεί να προκαλέσει ρήξη: τον εμπλουτισμό και τα αποθέματα ουρανίου.
Αυτό εξηγεί γιατί το Ορμούζ γίνεται το πρώτο πεδίο διαπραγμάτευσης. Είναι το σημείο όπου η Τεχεράνη μπορεί να εμφανιστεί ως δύναμη που προσφέρει αποκλιμάκωση, χωρίς να δηλώσει ήττα στο πυρηνικό. Είναι το διπλωματικό της «ασφαλές χαρτί». Ή, τουλάχιστον, έτσι ελπίζει.
Το Ορμούζ ως μοχλός και ως παγίδα
Τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα γεωγραφικό πέρασμα. Είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου η τοπική σύγκρουση μετατρέπεται σε παγκόσμιο πρόβλημα. Από εκεί περνά μεγάλο μέρος της ενεργειακής ροής του Περσικού Κόλπου. Όποιος επηρεάζει την κίνηση στα Στενά επηρεάζει τις τιμές, τις ασφαλιστικές καλύψεις, τα ναύλα, τα διυλιστήρια, τις κυβερνήσεις που φοβούνται νέο πληθωριστικό κύμα.
Η Τεχεράνη γνωρίζει ότι αυτό είναι το ισχυρότερο χαρτί της. Η Ουάσιγκτον γνωρίζει ότι ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορεί να επιτρέψει στο Ιράν να μετατρέψει τα Στενά σε εργαλείο εκβιασμού και μετά σε αντικείμενο ανταλλαγής χωρίς πυρηνικό αντάλλαγμα.
Εδώ βρίσκεται το στρατηγικό παράδοξο. Το Ιράν ζητά να ανοίξει το Ορμούζ. Η Αμερική θέλει επίσης να ανοίξει το Ορμούζ. Αλλά οι δύο πλευρές διαφωνούν για το τίμημα. Για την Τεχεράνη, το τίμημα πρέπει να είναι η άρση του αποκλεισμού και το τέλος του πολέμου. Για την Ουάσιγκτον, το τίμημα πρέπει να είναι πυρηνική υποχώρηση.
Εάν ο Τραμπ δεχθεί τη ιρανική αρχιτεκτονική, η Τεχεράνη θα έχει αποδείξει ότι μπορεί να δημιουργεί κρίση, να τη διαχειρίζεται και να επιστρέφει στο τραπέζι χωρίς να εγκαταλείπει τον πυρήνα της στρατηγικής της. Εάν την απορρίψει, ο αποκλεισμός συνεχίζεται, αλλά μαζί του συνεχίζεται και ο κίνδυνος ενός νέου επεισοδίου στα Στενά, μιας ενεργειακής αναταραχής ή μιας στρατιωτικής κλιμάκωσης που κανείς δεν θα ελέγχει πλήρως.
Η Μόσχα που καραδοκεί
Η προγραμματισμένη μετάβαση του Αραγτσί στη Μόσχα για συνάντηση με τον Βλαντίμιρ Πούτιν προσθέτει ακόμη ένα επίπεδο στην κρίση. Το Ιράν δεν θέλει να εμφανιστεί ως απομονωμένος παίκτης που αναζητά απλώς αμερικανική διέξοδο. Θέλει να δείξει ότι διαθέτει εναλλακτικά κέντρα στήριξης, ότι μιλά με τη Ρωσία, ότι μπορεί να εντάξει την κρίση σε ένα ευρύτερο αντιδυτικό πλαίσιο.
Για τη Μόσχα, η υπόθεση έχει επίσης αξία. Κάθε κρίση που απορροφά αμερικανική προσοχή και πόρους στη Μέση Ανατολή λειτουργεί υπέρ της ρωσικής στρατηγικής, ιδίως σε μία περίοδο όπου η Ουκρανία παραμένει κεντρικό μέτωπο. Η Ρωσία δεν χρειάζεται απαραίτητα να ωθήσει το Ιράν σε πλήρη κλιμάκωση. Της αρκεί να παραμένει η Ουάσιγκτον μπλεγμένη σε ένα μέτωπο υψηλού κόστους, με ανοιχτά ενεργειακά και στρατιωτικά ρίσκα.
Η συνάντηση Αραγτσί - Πούτιν, δεν είναι απλώς διπλωματική κίνηση. Είναι σήμα ότι η Τεχεράνη επιχειρεί να διεθνοποιήσει την πίεση προς την Ουάσιγκτον. Να δείξει ότι δεν είναι μόνη. Και να υπενθυμίσει ότι μία αμερικανική επιμονή στον αποκλεισμό μπορεί να μετατρέψει την κρίση του Ορμούζ σε μέρος ενός πολύ ευρύτερου παζλ αντιπαράθεσης ακόμη και ενός ακόμη πολέμου που μαίνεται για τέσσερα και πλέον χρόνια. Η σύνδεση Ουκρανίας – Μέσης Ανατολής μπορεί να μοιάζει αλλά δεν είναι και τόσο απίθανο σενάριο.
Τι κερδίζει και τι χάνει κάθε πλευρά
Για το Ιράν, το σχέδιο έχει προφανή οφέλη. Ανοίγει τον δρόμο για οικονομική ανακούφιση χωρίς άμεση πυρηνική υποχώρηση. Επιτρέπει στην ηγεσία να εμφανιστεί ως δύναμη που αντέχει και διαπραγματεύεται. Μεταφέρει τη συζήτηση από το πεδίο των αμερικανικών απαιτήσεων στο πεδίο της παγκόσμιας ενεργειακής ασφάλειας, όπου πολλές χώρες θέλουν γρήγορη αποκλιμάκωση.
Για τον Τραμπ, το σχέδιο είναι πιο δύσκολο. Από τη μία πλευρά, μία συμφωνία για το Ορμούζ θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως άμεση επιτυχία: επαναφορά της ναυσιπλοΐας, σταθεροποίηση των αγορών, τέλος ενός πολέμου που μπορεί να απορροφήσει περισσότερα αμερικανικά μέσα. Από την άλλη, θα άφηνε άλυτο το πυρηνικό ζήτημα. Και, κυρίως, θα αφαιρούσε την πίεση που σήμερα μπορεί να υποχρεώσει την Τεχεράνη να κάνει πραγματικές παραχωρήσεις.
Η επιλογή επομένως δεν είναι ανάμεσα σε πόλεμο και ειρήνη με την απλή έννοια. Είναι ανάμεσα σε μία γρήγορη αποκλιμάκωση με ανοιχτό πυρηνικό λογαριασμό και σε μία παρατεταμένη πίεση με αυξημένο κίνδυνο στρατηγικού ατυχήματος.
Το πραγματικό διακύβευμα
Η νέα ιρανική πρόταση δείχνει ότι η Τεχεράνη αναζητά έξοδο. Αλλά όχι έξοδο με όρους παράδοσης. Αναζητά μία φόρμουλα που θα της επιτρέψει να σταματήσει την οικονομική αιμορραγία, να αποκαταστήσει την πρόσβαση στο Ορμούζ και ταυτόχρονα να κρατήσει το πυρηνικό ζήτημα ζωντανό, ανοιχτό και διαπραγματεύσιμο σε δεύτερο χρόνο.
Ο Τραμπ, αντίθετα, θέλει να μετατρέψει το σημερινό αδιέξοδο σε τελική πίεση. Δεν θέλει απλώς να ανοίξουν τα Στενά. Θέλει να ανοίξουν αφού η Τεχεράνη αποδεχθεί ότι το πυρηνικό της πρόγραμμα δεν μπορεί να παραμείνει στη σημερινή του μορφή.
Αυτό κάνει την επόμενη φάση εξαιρετικά κρίσιμη. Εάν η Ουάσιγκτον απορρίψει πλήρως την πρόταση, η κρίση μπορεί να σκληρύνει. Εάν την αποδεχθεί χωρίς ουσιαστικό πυρηνικό αντάλλαγμα, η Τεχεράνη θα έχει πετύχει να χωρίσει το άμεσο από το στρατηγικό, το Ορμούζ από τον εμπλουτισμό, την αποκλιμάκωση από την υποχώρηση.
Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο θα κριθεί η διαπραγμάτευση, όχι στο αν οι δύο πλευρές θέλουν μία συμφωνία – που δεδομένα θέλουν - αλλά στο ποιος θα πληρώσει πρώτος το πολιτικό και στρατηγικό κόστος της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου